Μενού
ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ο καλλίνικος του Χριστού Μεγαλομάρτυς

  Στρατηλάτης στη Ρώμη κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Τραϊανού. Ονομαστός και περήφανος, με νίκες στους πολέμους, με έξοχα και μεγάλα ανδραγαθήματα. Πλούτο είχε μα και όνομα και ευγενική καταγωγή. Ανδρειότατος ήταν και πολύ εμβριθής στις σκέψεις και στις πράξεις του.

Πλακίδας ήταν το όνομά του, πριν βαπτισθή και οπαδός του Χριστού, γίνει.

Ήταν όμως και άνδρας ενάρετος,  εγκρατής προς τις επιθυμίες της σαρκός, σώφρων, φιλοδίκαιος, φιλελεήμων.

Είχε δύο άρρενα τέκνα, τα οποία καθ’ όλα ωμοίαζον με αυτόν, και εις τα σωματικά και εις τα πνευματικά χαρίσματα και η σύζυγος του δε, που  ονομαζόταν Τατιανή, με εκείνον ομοίαζε. Σε καιρό ειρήνης, για να μη μένει ο στρατός άεργος και συνηθίζει  στην ανανδρίαν και οκνηρίαν, εγύμναζε τους στρατιώτες στο κυνήγι διαφόρων ζώων, συναγωνιζόμενος ο ίδιος μετ’ αυτών και διαγωνιζόμενος στην κυνηγετικήν τέχνην.

Ενώ λοιπόν μια ημέρα καταγινόταν σε ένα δάσος με το κυνήγι, βλέπει από μακριά  μίαν έλαφον μεγαλόσωμον, η οποία καθώς έφευγε γύρισε και τον κοίταξε ίστα μάτια. 

Ο δε Άγιος,βλέποντάς την, όρμησε έφιππος να την φθάσει, αλλά δεν μπόρεσε να την πλησιάσει.

Έτρεξαν δε τότε και άλλοι να βοηθήσουν, μα δεν μπόρεσαν. Μόνος δε ο Άγιος, χωρίς να αγανακτήσει, εξηκολουθούσε να την κυνηγά, μέχρι που καταιδρωμένος και αυτός και ο ίππος του έφθασαν σε ένα μεγάλο χάσμα της γης και η μεν έλαφος, αφού εππήδησε το χάσμα, στάθηκε αντίκρυ και τον έβλεπεν. Ο ίππος του Αγίου ήταν των αδύνατον να το πηδήσει. Τότε ο Άγιος βλέπει ότι εν τω μέσω των κεράτων της ελάφου υπήρχε σταυρός λαμπερότερος του ηλίου, που έφερε τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν Εσταυρωμένον.  Άκουσε δε και φωνή να λέει:

«Γιατί, ω Πλακίδα, με διώκεις; Εγώ είμαι ο Χριστός, τον οποίον δεν ξέρεις και τιμάς με τα έργα σου, και δια σε εφάνη επάνω εις τούτο το ζώον.

Οι ελεημοσύνες και οι καλοσύνες τις οποίες κάμνεις εις τους πτωχούς, πάντοτε είναι ενώπιον μου.  Γι αυτό ήρθα  εγώ ενώπιόν σου, να σε συλλάβω με τα δίκτυα της φιλανθρωπίας μου. Δεν είναι δίκαιον, άνθρωπος σαν εσένα καλός να μη γνωρίζει την αλήθεια και να λατρεύει τα κωφά και αναίσθητα είδωλα. Εγώ, για να σώσω το ανθρώπινο γένος, έλαβον ανθρώπου μορφή και ήρθα στον κόσμο».

Ο Άγιος ακούγοντας τους λόγους τούτους έπεσεν από το άλογό του κάτω  στην γην από τον τρόμο.  Μετά από ώρα ήλθεν εις εαυτόν και εσηκώθη, παρατηρώντας εδώ και εκεί να δει ποιος ομιλεί και επειδή δε κανένα δεν έβλεπε, φώναξε μεγαλοφώνως.

«Τίνος είναι η φωνή την οποίαν ακούω; Ποιος είσαι συ, ο οποίος μου μιλεί; Φανερώσου, για να πιστεύσω σε σένα».

Τότε λέγει:

Μάθε, Πλακίδα, ότι εγώ είμαι ο Χριστός, που έκτισα τον ουρανόν και την γην και εχώρισαν το φως από το σκότος, που έκαμα τον ήλιο να λάμπει, την ημέραν και την σελήνην και τους αστέρας να φέγγουν την νύκτα, που έκαμα τις ημέρεςς και τις νύκτες, τους μήνες και τα έτη, που έπλασα τον άνθρωπον από το μηδέν, που για  τη σωτηρία του ήρθα στη γη ως άνθρωπος, και σταυρώθηκα και ετάφηκα και την τρίτη ημέρα αναστήθηκα..

Ευθύς μόλις άκουσεν ο Άγιος τους λόγους τούτους, έπεσε πάλιν κατά πρόσωπον εις την γη και είπε:

"Πιστεύω, Κύριε, ότι συ είσαι o Κτίστης και Δημιουργός του κόσμου, ότι συ είσαι ο μόνος αληθινός Θεός, και κανείς άλλος".

Ο δε Κύριος λέγει τότε προς αυτόν:

Εάν πιστεύεις σε Εμένα, πήγαινε στον Αρχιερέα της πατρίδος σου, να σε βαπτίσει καθώς βαπτίζει και τους άλλους Χριστιανούς.

Ο δε Άγιος είπε: «Κύριε! Μπορώ να ειπώ  τους λόγους τούτους και εις την γυναίκα μου και τα τέκνα μου, για να πιστεύσουν και αυτά εις σε;»

Και ο Κύριος, απεκρίθη:  «Μάλιστα, είπε τα όλα καταλεπτώς και αφού βαπτισθείτε και καθαρισθείτε από τις αμαρτίες σας, έλα  και πάλι εδώ να σου φανερώσω τι μέλλει μετά από αυτά να σου συμβεί».

Όταν ο Κύριος είπε αυτά, η έλαφος έγινε άφαντος. Ο  δε Άγιος, το βράδυ αφού εδείπνησε με την γυναίκα και τα τέκνα του, λέγει:

«Εγώ σήμερον, αγαπημένη μου γυναίκα, κυνηγώντας μία έλαφον στο δάσος, είδα τον Χριστόν Εσταυρωμένο στο  μέσο των κεράτων της, και μου είπε λόγια, τα οποία δεν μπορεί να ειπεί  άνθρωπος».

Η γυναίκα όταν το άκουσε είπε:

 «Κύριέ μου, είδες τον Θεόν τον οποίον πιστεύουν οι Χριστιανοί; Αυτός είναι ο μόνος αληθινός Θεός. Αυτός θα σώσει και μας και τα τέκνα μας. Αυτόν είδα και εγώ χθες την νύκτα και μου είπε ταύτα τα λόγια: «Αύριον να έλθετε εις εμέ, συ και ο σύζυγος σου και τα τέκνα σας, να γνωρίσετε ότι εγώ είμαι Θεός αληθινός».

Επειδή δε εφάνη και εις σε σε σχήμα ελάφου, έλα να υπάγωμεν αυτήν την νύκτα στον Αρχιερέα των Χριστιανών να μας βαπτίσει, διότι με το βάπτισμα τούτο σώζονται οι Χριστιανοί».

Ο Άγιος αποκρίθηκε: «Αυτά τα ίδια είπε και εις εμέ ο Χριστός, να βαπτισθώμεν δηλαδή».

Έτσι, πήγαν στον Αρχιερέα και αφού εφανέρωσαν το όραμα τους, τού είπαν ότι επιθυμούσαν να βαπτισθούν. Εκείνος δε, ευχαρίστησε τον Θεόν, τον θέλοντα την σωτηρίαν παντός ανθρώπου, τους εβάπτισεν όλους εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και τον μεν Πλακίδαν ονόμασεν Ευστάθιον, την δε γυναίκα του Τατιανήν ωνόμασε Θεοπίστην, τα δε τέκνα, το μεν μεγαλύτερον ονόμασεν Αγάπιον, το δε μικρότερον ωνομασε Θεόπιστον.

Τους εκοινώνησε τα Άχραντα Μυστήρια και τους ευχήθηκε να είναι μετ’ αυτών ο Χριστός, και να τους αξιώσει της αιωνίου Του Βασιλείας. 

Το πρωί, ο Ευστάθιος με μερικούς  στρατιώτες επήγε πάλιν στο ίδιον μέρος και αφού τους διέταξε να καταπιαστούν με το κυνήγι, αυτός προφασιζόμενος ότι ήθελε να εύρει μεγαλύτερα ζώα, πορεύτηκε στο χάσμα, όπου είχεν δει την οπτασίαν, και έπεσε πρηνής (προύμυτα) έκλαιε λέγοντας:

«Πιστεύω εις σε, Χριστέ μου, διότι τώρα εγνώρισα ότι συ είσαι Θεός αληθινός, συ είσαι ο Κτίστης πάντων των ορατών και αοράτων κτισμάτων, και σε παρακαλώ να μοι φανερώσεις εκείνα τα οποία χθές υποσχέθηκες».

Τότε ηκούσθη η φωνή του Κυρίου λέγουσα:

«Ευτυχής είσαι, Ευστάθιε, δεχόμενος το Βάπτισμα κατανίκησες τη δύναμιν του πονηρού διαβόλου, αλλά αυτός δεν θα παύσει να σε βάζει σε πολλούς πειρασμούς, με σκοπόν να σε αναγκάσει να βλασφημήσεις και ν’ αρνηθείς την πίστιν σου, δια να κολασθείς αιωνίως. Θα πάθεις όσα και ο Ιώβ τον παλαιόν καιρόν έπαθεν, αλλ’ επί τέλους θα νικήσεις τον διάβολον».

Ο δε Άγιος είπε δακρύων:

«Εάν είναι δυνατόν, Κύριε μου, εις μη δοκιμάσω αυτούς τους πειρασμούς, ή εάν τούτο δεν γίνεται, ενδυνάμωσέ με να φνλάξω τα προστάγματά σου και να είμαι στέρεος εις την πίστιν μου».

Η δε φωνή του Κυρίου είπεν:

«Ανδρίζου, Ευστάθιε, και σγωνίζου υπέρ των καλών έργων.

Η χάρις μου θα συνοδεύει και σε και την συνοδείαν σου, και θα διαφυλάξει τας ψυχάς σας από τα πεπυρωμένα βέλη του πονηρού».

Αυτά είπε ο Κύριος, αναλήφθηκε στους ουρανούς, εκείνος επέστρεψε στην οικίαν του, και ανέφερε στην γυναίκα του όσα άκουσε από τον Κύριο:

«Το θέλημα του Κυρίου γένοιτο».

Λίγες ημέρες μετά την οπτασίαν και την βάπτιση του Αγίου, πέθαναν από λοιμική ασθένεια όλοι οι άνθρωποι της οικίας του.

Τότε εννόησε ότι η φθορά αυτή ήταν στους προρηθέντας υπό του Θεού πειρασμούς, και τον ευχαρίστησε και παρακάλεσε και την γυναίκα του να μη παραπονεθεί. Μετέπειτα έπεσε νόσος εις τους ίππους και τ’ άλλα ζώα του, τα οποία όλα εψόφησαν, και υπέφερε και αυτή την καταστροφήν ο Άγιος με αταραξία.

Προς διασκέδασιν της λύπης του επήρε μίαν των ημερών την γυναίκα και τα τέκνα του και επήγαν εις την εξοχήν αλλά ενώ έλειπον εκεί, γνωρίζοντες οι κλέπται ότι η οικία ήταν έρημος από ανθρώπους, μπήκαν σε αυτήν και έκλεψαν τα πάντα ούτως ώστε έμειναν με μόνα τα ρούχα τα οποία φορούσαν.  Και ενώ πριν ήσαν οι πλέον ευκατάστατοι, κατόπιν τούτων έγιναν οι πλέον πτωχοί και αξιοδάκρυτοι.

Οι ειδωλολάτραι της Ρώμης έτυχε τας ημέρας εκείνες να έχουν μεγάλη πανήγυρη, από την οποίαν ούτε ο αυτοκράτωρ ούτε ο αρχιστράτηγος έπρεπε να λείψουν. Εζήτησαν παντού τον Άγιον, αλλά δεν μπόρεσαν να τον βρουν και είχαν όλοι μεγάλην θλίψη  αντί χαράς, για την φοβερή δυστυχία, η οποία είχεν έλθει εις τον Άγιον, αλλά και γιατί δεν ήξευραν πού ευρίσκετο, πού έφυγε και τι έγινε. Μετά την εορτήν εκείνην λέγει η Θεοπίστη εις τον άνδρα της:

«Τι καθόμαστε πλέον εδώ σε τούτον τον τόπον, και είμειθα όνειδος όλου του κόσμου; Να φύγωμεν, να υπάγωμεν σε άλλον τόπον, όπου να μη μας γνωρίζουν».

Κατάλληλον τόπον νομίζω τα lεροσόλυμα, όπου εκεί υπάρχει ο τάφος του Ιησού Χριστού».

Ο Άγιος συγκατένευσεν και μέσα στη νύχτα ανεχώρησαν εις την Αίγυπτον. Περιπατούντες δ’ εκεί έφθασαν εις μέρος παράλιον, και ευρόντες πλοίον, επεβιβάσθησαν αυτού δια να περάσουν απέναντι.

Ο πλοίαρχος, αφού έφθασαν εις το ορισμένον μέρος, επειδή του άρεσε η Θεοπίστη, η οποία ήτο πολύ ωραία, τους ζητούσε ναύλα πολύ περισσότερα από τον συνηθισμένσα και επειδή ο Άγιος δεν είχε να δώσει, ζητούσε να κατακρατήσει την γυναίκα του αντί του ναύλου. Ο Άγιος δεν εδέχετο και τότε διέταξε ο πλοίαρχος τους ναύτες να τον συλλάβουν και να τον ρίξουν εις την θάλασσαν. Βρισκόμενος σε τέτοια ανάγκη ο Άγιος, άφησε στο πλοίον την γυναίκα του κλαίουσα και θρηνούσαν, και παίρνοντας τα δύο του τέκνα  βγήκε στην ξηράν οδυρόμενος και μη γνωρίζοντας  που να πάει.

Κλαίγοντας δε έλεγεν: «Αλλοίμονον σε μένα και σε σας, παιδιά μου!  Την μητέρα σας επήρε ξένος και βάρβαρος άνθρωπος».

Περπατώντας δε φθάνει σε έναν ποταμόν, και επειδή είχεν αυτός πολύ νερό και τα παιδιά δεν μπορούσαν να περάσουν, άφησε το ένα στο χείλος του ποταμού, το δε άλλο το πήρε στον ώμο του και το επέρασεν στην άλλην όχθην. Ενώ δε επέστρεφε να λάβει και το άλλο και είχε φθάσει στο μέσον του ποταμού, βλέπει ότι το ένα τέκνο του να του το έχει αρπάξει ένα λιοντάρι. Τότε γυρίζει ευθύς να δει τι γίνεται με το άλλο, και βλέπει ότι και εκείνο το άρπαξε λύκος.  Τότε κατάλαβε ότι συνεπληρώθησαν όλα τα ανυπόφορα δυστυχήματα, τα οποία το ένα μετά το άλλο έμελλον να συμβούν σε αυτό, κατά την πρόρρησιν του Κυρίου και δεν ήξευρε τι να κάμει:

«Να πέσω και εγώ εις τον ποταμόν (έλεγε κατά νουν) να πνιγώ ή να υποφέρω και να μη πράξω το τρομερώτατον τούτο αμάρτημα;»

H Χάρις όμως του Θεού τον εβοήθησεν  να τα υποφέρει όλα με καρτερίαν και γενναιότητα χωρίς γογγυσμόν και βλασφημίες.

Μετά τα νέα αυτά ατυχήματα, βγαίνοντας ο Άγιος από τον ποταμό  εκείνο εκάθισε σε  μίαν πέτραν και έκλαιε πικρότατα, μαδώντας τις τρίχες της κεφαλής του και λέγοντας:

«Αλλοίμονό μου! Πως ήμουν και πως τώρα κατήντησα! Πού η δόξα; πού οι τιμές, πού  οι στρατιώτες, πού οι άπειροι άλλοι άνθρωποι, τους οποίους είχα στις διαταγές μου; Αλλά, Κύριε, μη παραβλέψεις τα δάκρυά μου, μη με εγκαταλείψης έως τέλους. Είπες, Κύριε, ότι θα πάθω όσα και ο Ιώβ αλλά τα παθήματα εκείνου ήσαν, όπως άκουσα, λιγότερα των δικών μου. Εκείνος, αν και έχασεν όλα του τα αγαθά, είχε ένα μικρό μέρος γης και ανεπαύετο στην κοπριά. Εγώ όμως δεν έχω πού την κεφαλήν μου ν κλίνω και είμαι ξένος σε μέρος ξένον. Τι να κάμω; πού να καταφύγω; τι θα γίνω; Εκείνος είχε φίλους, οι οποίοι τον παρηγορούσαν. Εκείνος, αν έχασε τα τέκνα του, είχεν όμως την γυναίκα του, αλλ’ εμέ ποιος θα με παρηγορήσει; Την γυναίκα μου κατεκράτησεν άλλος, τα τέκνα μου τα έφαγαν τα θηρία. Μη με οργισθής, Κύριε, γι αυτά μου τα παράπονα; αλλά δως μου υπομονή και γενναιοκαρδίαν να υποφέρω ως πιστός οπαδός σου τους πειρασμούς».

Αφού έκλαψε αρκετά, σηκώθηκε και περπατώντας έφθασεν σε μία πόλη, Βάδησσον ονομαζομένην, όπου έμεινε και εργαζόταν  με ημερομίσθιο, άλλοτε σκάπτοντας  την γην, άλλοτεθερίζοντας. Όταν δε μετά από ένα έτος εγνώρισε καλύτερα τους ανθρώπους του τόπου εκείνου, παρεκάλεσεν αυτούς και τον διόρισαν αμπελοφύλακα. Κι έτσι έγινε επί ολόκληρα δεκαπέντε έτη.

Ο πανάγαθος όμως Θεός δεν αφήκε τους δούλους του να χαθούν, διότι πλησίον του ποταμού εκείνου, στον οποίον αρπάγησαν τα παιδιά  από των θηρίων, υπήρχαν  ποιμένες, οι οποίοι, όταν είδαν τον λέοντα, έτρεξαν ευθύς όλοι με τους σκύλους των και κατώρθωσαν με του Θεού την βοήθειαν να σώσουν το ένα παιδί. Στο άλλο μέρος υπήρχαν γεωργοί, που είδαν και αυτοί τον λύκον, έτρεξαν πίσω του και με τις φωνάς τους επέτυχον να τον κάμουν να φοβηθεί και ν’ αφήσει και το άλλο παιδί σώον και αβλαβές.

Οι δε ποιμένες και οι γεωργοί εκείνοι ήσαν κάτοικοι μιας πλησιοχώρου πόλεως, και εφρόντισαν να αναθρέψουν τα παιδία οι ίδιοι, επειδή δεν ήξεραν τίνος ήσαν. Τα παιδιά εμεγάλωσαν κεχωρισμένα και δεν εγνωρίσθησαν μεταξύ τους, ότι ήσαν αδελφοί. Η δε σύζυγος του Αγίου, Θεοπίστη, διεφυλάχθη αβλαβής, γιατί ο βάρβαρος πλοίαρχος που την κατεκράτησε ευθύς ασθένησε, κατά θείαν βεβαίως οικονομίαν, και μετ’ ολίγες ημέρες, ερχόμενος στην πατρίδα του απέθανε, χωρίς να προλάβει να εκπληρώσει την αισχράν επιθυμίαν. Κι έτσι ελευθερώθηκε η Θεοπίστη.  Η πόλις, στην οποία ή Θεοπίστη βρισκόταν, επανεστάτησεν, οι δε επαναστατήσαντες εκυρίευσαν τότε πολλές πόλεις και φρούρια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Ο δε Τραϊανός, διερωτώμενος πώς να καταδαμάσει τους αποστάταες, θυμήθηκε τις ανδραγαθίες του Αγίου Ευσταθίου, αλλά δεν μπορούσε να μάθει πού βρισκόταν, οι δε στρατιώτες έλεγαν σε αυτόν:

«Χωρίς τον αρχιστράτηγόν μας Πλακίδαν στον πόλεμον δεν πηγαίνομεν» και τον προέτρεπαν να στείλει ανθρώπους επίτηδες σε όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας, να προσπαθήσουν να τον βρουν. Ο Τραϊανός,  έστειλε τότε ανά δύο ανθρώπους σε όλας τας πόλεις και τα φρούρια προς αναζήτηση  και ανεύρεσή του.

Δύο στρατιωτικοί φίλοι του Αγίου, ο μεν Αντίοχος ονομαζόμενος, ο δε άλλος Ακάκιος, περιφερόμενοι από τόπου σε τόπο, έφθασαν και στην πόλιν Βηρυττόν, όπου ευρίσκετο ο Άγιος. Βλέποντάς τους από μακριά, τους γνώρισε από την στολή και τα χαρακτηρισικά και δάκρυσε και παρακαλούσε  τον Θεόν, όπως είδε τους δύο εκείνους φίλους του, χωρίς να το ελπίζει, τοιουτοτρόπως να δει και την γυναίκα του την Θεοπίστην. Και έλεγε:

«Διότι τα τέκνα μου, Κύριε, γνωρίζω καλώς ότι τα έφαγον τα θηρία, πλήν αξίωσον με να τα ίδω καν εις την ημέραν της αναστάσεως».

Ενώ δε έλεγε ταύτα, ακούει φωνήν λέγουσαν:

«Έχε θάρρος, Ευστάθιε, διότι και τας πρώτας τιμάς θα ξαναποκτήσης, και την γυναίκα σου θα ίδης και τα τέκνα σου, εις δε την μέλλουσαν ζωήν μεγαλύτερα αγαθά θα απολαύσης και θα υμνήσαι εις γενεάς γενεών». Ταύτα ακούσας ο Άγιος και γενόμενος έμφοβος, εκάθισεν.

Όταν δε οι απεσταλμένοι εκείνοι περιπατούντες πλησίασαν, τους εγνώρισε καλύερα, εκείνοι όμως δεν τον εγνώρισαν διότι και άλλα ενδύματα φορούσε και εκ της μεγάλης του λύπης η όψις του είχε μεταβληθεί πάρα πολύ. Αυτοί άμα επλησίασαν του είπον: «Καιρε, ω φίλε». Ο δε Άγιος τους αντεχαιρέτησε και τους είπε «Χαίρετε και σεις, αδελφοί μου». Ευθύς τότε εκείνοι τον ηρώτησαν, αν εγνώριζεν εις την πόλιν εκείνην κανένα ξένον, ο οποίος είχε σύζυγον και δύο παιδία, περιέγραφον δε και τα χαρακτηριστικά τους:

«Εάν τον ηξεύρης και μας τον δείξης, όσα χρήματα και αν μας ζητήσης θα σου δώσωμεν».

Ο Άγιος τους ηρώτησε διατί τον ζητούσαν κι εκείνοι δε απήντησαν, ότι ήταν φίλος τους και επεθυμούσαν να τον δουν.

«Άνθρωπον τοιούτον, είπεν ο Άγιος, δεν γνωρίζω κανένα εδώ, αλλά καθίσατε, παρακαλώ, ολίγας ημέρας εις τούτον τον ξένον τόπον ν’ αναπαυθήτε και έπειτα υπάγετε εις το καλόν. Και εγώ ξένος είμαι».

Οι απεσταλμένοι του αυτοκράτορος εκάθισαν, ο δε Άγιος έτρεξεν εις την πόλιν και παρεκάλεσεν ένα από τους φίλους  του και του εδάνεισεν λίγα χρήματα και αγόρασε  οίνον και άρτον και άλλα φαγώσιμα και παρέθεσεν στους ξένους τράπεζαν.

Και εκείνοι μεν έτρωγον αγνοούντες ότι αυτός ήταν ο στρατηγός τους. Ο Άγιος όμως, υπηρετώντας αυτούς και συλλογιζόμενος την προτέραν κατάστασή του, δεν  μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυά του, αλλά απομακρυνόταν και επέστρεφε και περιεποιόταν πάλι στους ξένους. Οι ξένοι, παρατηρώντας τον προσεκτικά  στο πρόσωπο, και άρχισαν να τον αναγνωρίζουν λίγο-λίγο.  Ο Αντίοχος εψιθύρισεν στον Ακάκιο:

«Αδελφέ Ακάκιε, μού φαίνεται ότι αυτός είναι ο στρατηγός μας, τον οποίον ζητούμεν».

Ο δε Ακάκιος του απάντησεν ότι και αυτός το υποπτευόταν.

«Γνωρίζω όμως πολύ καλά», είπεν, «ότι ο Πλακίδας είχεν εις τον λαιμόν του εν σημείον από σπαθιάν. Αν έχει αυτό το σημείον, αυτός πραγματικώς είναι».

Βλέποντες λοιπόν με προσοχή παρατήρησαν το σημείον και τότε τον αγκάλιασαν και τον κατεφίλησαν λέγοντας:

«Δεν είσαι συ ο αρχιστράτηγος Πλακίδας;»

Ο Άγιος δεν μπόρεσε τότε να κρατήσει τα δάκρυα, απάντησεν όμως ότι δεν ήταν εκείνος, οι δε απεσταλμένοι του αυτοκράτορος είπαν, ότι όσον και αν αρνούνταν, αυτοί δεν τον επίστευαν, διότι ήσαν βέβαιοι ότι εκείνος ο ίδιος ήταν, και άρχισαν να τον ρωτούν περί της γυναικός και των τέκνων του.

Τότε πλέον ο Άγιος εφανερώθηκε και είπε, ότι ή γυναίκα του και τα τέκνα του πέθαναν.

Ενώ αυτά εγίνονταν, γνωστοποιήθηκε και στην πόλιν το γεγονός τούτο και πολύς κόσμος έτρεξε να μάθει τι ζητούν οι αξιωματικοί εκείνοι και θαύμαζαν δε λέγοντες:

«Πόσον μέγας ήταν αυτός ο άνθρωπος και πώςς κατήντησεν στον τόπον μας!»

Οι φίλοι του  δε, σύμφωνα με την αυτοκρατορικήν διαταγήν, τον ενέδυσαν με την στρατιωτικήν του βαθμού του στολήν και ακολούθως ανεχώρησαν μαζί του  εις τη  Ρώμην. Οι δε κάτοικοι της πόλεως τους συνόδευσαν μέχρι  που ο Άγιος Ευστάθιος τους παρήγγειλε να μη προχωρήσουν περισσότερον, αλλά να επιστρέψουν στις οικίες των. Καθ’ οδόν ο Άγιος εξιστόρησεν στους απεσταλμένους όλα τα συμβάντα, καθώς και την παρουσίαν του Ιησού Χριστού, πώςς ονομάσθη Ευστάθιος κατά το Άγιον Βάπτισμα, την αρπαγήν της γυναικός του υπό του πλοιάρχου και των τέκνων του υπό των θηρίων, και εν γένει όλα τα ατυχήματά του.

Μετά πορείαν δεκαπέντε ημερών έφθασαν εις την Ρώμην, ο δε Τραϊανός, όταν ήκουσε τούτο, εξήλθεν να τον προϋπαντήσει.

Τον εφίλησε και τον ηρώτησε γιατί έφυγε. Τότε εκείνος διηγήθη όσα του συνέβησαν, και εγένετο χαρά μεγάλη σε όλο το στράτευμα για την διάσωσιν και εύρεσιν του Αγίου, ο δε αυτοκράτωρ τον παρεκάλεσε να περιζωσθή πάλιν την ζώνην του στρατηλάτου.

Αφού έγιναν αυτά ο Άγιος απαρίθμησε τον υπάρχοντα στρατόν και τον βρήκε λιγώτερον από αυτόν που χρειαζόταν δια τούτο έλαβε διαταγήν αυτοκρατορικήν να στρατολογήσει όσους ήθελε ακόμη από όλον το κράτος. Η διαταγή δε αυτή έφθασε και στην πόλιν όπου ευρίσκοντο τα τέκνα του Αγίου. Οι αρχές αυτής τα κατέγραψαν στην στρατολογίαν. Ήσαν δε και τα δύο ωραιότατα και εις ώριμον ηλικίαν, και εκ φυσιογνωμίας εφαίνοντο ότι κατήγοντο από οικογένειαν αριστοκρατικήν.

Αφού συνήχθησαν όλοι οι νεοσύλλεκτοι και διηρέθησαν σε δεκαρχίες, εκατονταρχίες και τάγματα, τα δύο εκείνα παιδία, επειδή o Άγιος τα είδε πολύ ωραία, φρόνιμα και ευπαρουσίαστα, τα διέταξε να τον υπηρετώσιν εις την τράπεζαν.

Η εκστρατεία εκείνη ηυδοκίμησε, διότι όλας τας πόλεις και τα φρούρια, όσα είχον περιέλθει εις την εξουσίαν των αποστατών, ο Άγιος Ευστάθιος πολεμήσας και νικήσας αυτούς, τα ανέκτησεν.

Έπειτα προχώρησε  και πέρασε  τον ποταμόν Χρύσπιν, κατεκυρίευσε και κατελεηλάτει την εχθρικήν χώραν. Έτσι έφθασε και στην πολιν, στην οποίαν ευρίσκετο η Θεοπίστη, και μη γνωρίζοντας, κατέλυσεν ακριβώς εις την οικίαν, όπου εκείνη έμενε και έστησε την σκηνήν του στον κήπον της και διέτριψαν εκεί τρεις ημέρας προς ανάπαυσιν

Εν μια των ημερών τούτων, τα τέκνα του Αγίου επήγαν εις την οικίαν της Θεοπίστης είδη τινά δια μαγείρευμα. Ενώ δε εκάθοντο έξω από την οικίας περιμένοντες να ετοιμασθούν τα φαγητά, άρχισαν να συνομιλούν και πρώτος ο μικρότερος είπε:

«Τόσον καιρόν ευρισκόμεθα και οι δύο μας εις την ιδίαν υπηρεσίαν του στρατηγού, και ποτέ δεν ηρωτήσαμεν αλλήλους πόθεν καταγόμεθα».

Λέγει ο μεγαλύτερος:

«Και εγώ προ πολλού καιρού επεθύμουν τούτο, αλλ’ ό,τι έως σήμερον δεν έγινεν, ας γίνη έστω τώρα.

Εγώ, επειδή ήμουν μικρός, τίποτε άλλο δεν ενθυμούμαι, παρά μόνον ότι ο πατήρ μου ήτο στρατηγός εις την Ρώμην, η δε μήτηρ μου ήτο πολύ ωραία και ότι είχον και ένα αδελφόν ωραίον, μικρότερον μου, με ξανθά μαλλιά ως τα ιδικά σου.

Ο πατήρ και η μήτηρ μας λάβοντες ημάς μίαν ημέραν έφυγον από την Ρώμην, αλλά που έμελλον να ταξιδεύσουν δεν γνωρίζω.

Ενθυμούμαι μόνον ότι, ευρισκόμενοι και περιπατούντες εις την ξηράν, εμβήκαμεν έπειτα όλοι μας εις εν πλοίον, και ότι υστερώτερα η μήτηρ μας, δεν ηξεύρω διατί, έμεινε μέσα εις αυτό, μόνος δε ο πατήρ μας με ημάς τους δύο εξήλθεν εις την ξηράν και περιπατούντες εφθάσαμεν εις ένα μεγαλώτατον ποταμόν.

Επειδή δε ημείς είμεθα μικροί και δεν ηδυνάμεθα να τον περάσωμεν, ο πατήρ μας επήρεν εις τον ώμον του τoν μικρότερον και τον επέρασεν εις το εν μέρος, εμέ δε άφησεν εις το άλλο.

Και ενώ εγύρισε να λάβη και εμέ, ένας λύκος ήρπασε τον αδελφόν μου, εμέ δε από το άλλο μέρος ήρπασεν ένας λέων.

Αλλά ο Θεός με ελυπήθη και έτυχον εκείνην την ώραν να βρίσκονται εις το δάσος ποιμένες και με ελύτρωσαν από τους οδόντας του λέοντος και με επήγαν εις την πόλιν, την οποίαν γνωρίζεις και συ, και εκεί με ανέθρεψαν και εμεγάλωσα. Τι απέγινεν όμως ο πατήρ μου και ο μικρότερος αδελφός μου δεν γνωρίζω".

Αφού ταύτα ήκουσεν ο μικρότερος αδελφός, επήδησε πάραυτα με χαράν και λέγει εις τον μεγαλύτερον

«Εις την δύναμιν του Χριστού, αδελφοί είμεθα. Από όσα είπες το έβεβαιώθην. Και εις εμέ εκείνοι οι οποίοι με ανέθρεψαν έλεγον, ότι απο το στόμα ενοό λύκου με ελύτρωσαν».

Τότε σηκώθηκε και ο μεγαλύτερος και αγκαλιάζονταν κατασπαζόμενοι ο ένας τρον άλλον με χαράν μεγάλην και αγαλλίασιν.

H Θεοπίστη,  άκουσε όλην την συνομιλίαν των νέων και κατάλαβε  ότι αυτή ήταν η μητέρα τους και θέλησε να φανερωθεί αλλ’ εκείνοι εβιάζοντο και πήραν τα αγγεία με τα φαγητά και έτρεξαν να ετοιμάσουν  την τράπεζαν του αρχιστρατήγου.

Την άλλην, ημέραν επήγεν η Θεοπίστη εις την σκηνήν του αρχιστρατήγου για να βρει τα τέκνα της, αλλά δεν τα βρήκε διότι έλειπαν σε υπηρεσίαν.  Βρήκε όμως μόνον τον Άγιον καθήμενον στην σκιάν ενός δένδρου. Βλέποντάς τον από μακριά, αισθάνθηκε ταραχήν μεγάλην στην καρδιά της, γιατί κατάλαβε πως ήταν  ο σύζυγος της.

Επειδή δε ήθελε  να του μιλήσει, πλησίασε και του είπεν

«Άκουσον, παρακαλώ, κύριέ μου, τους λόγους μου. Εγώ κατάγομαι από την Ρώμην, και με έφεραν εδώ αιχμάλωτον, όθεν σε παρακαλώ να με υπάγης εκεί».

Ενώ δε έλεγε αυτά η Θεοπίστη στον Άγιον, τον παρατηρούσε καλά στο πρόσωπον, και εύρισκεν ότι πάρα πολύ ομοίαζε τον άνδρα της, αλλά δεν ετόλμα και να τον εξετάσει ποίος ήταν, τέλος όμως, αφού επείσθη χωρίς δισταγμόν ότι εκείνος ήταν, έπεσεν εις τους πόδας του και του λέγει:

«Σε παρακαλώ, κύριέ μου, να μη θυμώσης εναντίον μου, αλλά ν’ ακούσης τους λόγους μου. Δεν μου κάμνεις σε παρακαλώ, την χάριν να μου είπης, ποία ήταν η προτέρα σου κατάστασις; Διότι εγώ νομίζω, ότι συ είσαι ο στρατηλάτης Πλακίδας, ο οποίος επίστευσεν εις τον Χριστόν τον αληθινόν Θεόν, όταν είδε αυτόν εσταυρωμένον εν μέσω των κεράτων της ελάφου και πολλούς ύστερα υπέφερε πειρασμούς, τελευταίον δε επήρε την γυναίκα του, η οποία είμαι εγώ, και τα τέκνα του, τα οποία ήσαν μικρά, τον Αγάπιον και τον Θεόπιστον, και εκίνησε να υπάγη εις τα Ιεροσόλυμα, ο δε πλοίαρχος, ο οποίος ήτο κακότροπος άνθρωπος, με εκράτησεν ενέχυρον και με έφερεν εδώ εις αυτήν την πόλιν. Έχω δε μάρτυρα τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν και τους Αγγέλους αυτού, ότι αγνή και αμόλυντος έμεινα έως τώρα, ούτε απ’ εκείνον ούτε απο άλλον κανένα πειραχθείσα εις την τιμήν μου».

Τα άκουσε αυτά ο Άγιος και εβεβαιώθη δε και από τα χαρακτηριστικά του προσώπου της και από τις ακριβείς πληροφορίες, τις οποίες του έδωσε, ότι αληθώς εκείνη ήταν η σύζυγός του, έκραξε τότε  μετά πολλών δακρύων μεγαλοφώνως:

«Δόξα σοι, ο Θεός μου, δόξα σοι».

Έπειτα στράφηκε προς την Θεοπίστην:

«Εγώ είμαι εκείνος τον οποίον λέγεις».

Τότε εσηκώθησαν αμφότεροι και ησπάσθησαν μεταξύ τους και εδόξαζον τον Θεόν. Η δε Θεοπίστη τον ρώτησε που ήσαν τα τέκνα τους. Ο δε Άγιος απεκρίθη, ότι εκείνα τα έφαγον τα θηρία. Τον ηρώτησε πάλιν η Θεοπίστη;

«Και πως συνέβη τούτο;».

Τότε εκείνος διηγήθη λεπτομερώς το συμβεβηκός. Λέγει τότε εκείνη:

«Ας δοξάσωμεν τον Θεόν, τα τέκνα μας ζώσιν έως τήν σήμερον και ευρίσκονται εδώ μαζί σου, διότι εγώ χθες τα ήκουσα να διηγώνται απαράλλακτα τα ίδια όσα τώρα μοι είπες και αν δεν πιστεύης, διάταξε να έλθουν, όπως ακούσης και μόνος σου τους λόγους των».

Αμέσως λοιπόν ο Άγιος καλεί τους νέους, λέγοντας:

«Παλληκάρια! Διηγηθείτε μου από πού κατάγεσθε».

Τότε ο μεγαλύτερος ανέφερεν όσα θυμούνταν και εγνώριζε, και από αυτά  εβεβαιώθησαν και ο Άγιος και η γυνή του, ότι αληθώς εκείνα ήσαν τα τέκνα των. Ποία χαρά  Επτά ολοκλήρους ημέρας διήρκεσεν η χαρά και η πανήγυρις του στρατού, όχι μόνον διότι ενίκησαν και υπέταξαν τους επαναστάτας, αλλά και το κυριώτερον, διότι ευρέθη η αγαπητή συμβία του αρχιστρατήγου των και τα παιδία τους.  Ο δε Άγιος εξ όλης ψυχής και καρδίας εδόξαζε τον Θεόν λέγοντας:

«Ευχαριστώ σοι Κύριε ο Θεός μου, ότι δεν με άφηκες τον ταπεινόν δούλον σου να πειράζωμαι παντοτεινώς, αλλά έδωκας μοι ανάπαυσιν των μεγάλων μου θλίψεων. Δοξάζω σε, Θεέ μου, ότι ως προείπες μοι, ούτω και έπραξας. Τώρα όπου είδον την γυναίκα και τα παιδιά μου, παράλαβε την ψυχή μου».

Καταπαύσας ο Άγιος Ευστάθιος εντελώς την αποστασίαν, επέστρεψεν εις την Ρώμην, αλλ’ εν τω καιρώ της επιστροφής τoυ απέθανεν ο Τραϊανός και τον διεδέχθη ο ανεψιός του Αδριανός, ο οποίος έκτισε την Αδριανούπολιν.  Ήταν δε και αυτός είδωλολάτρης και μέγας διώκτης των Χριστιανών. Όταν έμαθε ότι ερχόταν ο Στρατηλάτης Ευστάθιος εις την Ρώμην νικητής των αποστατών και τροπαιούχος, βγήκε να τον προϋπαντήσει, κατά την τότε συνήθειαν των αυτοκρατόρων της Ρώμης.

Επειδή δε έμαθεν, ότι ο Άγιος βρήκε την γυναίκα και τέκνα του, θέλησε να προσφέρη  στα είδωλα μεγάλην θυσίαν, πρώτον μεν διότι ενικήθησαν οι αποστάται, δεύτερον δε διότι ο μακάριος Ευστάθιος απήλαυσε και τα φίλτατά του πρόσωπα επί της γης ζώντα, τα οποία προ πολλού καιρού είχεν ως απολεσθέντα.

Εν ώ δε o Αδριανός μετέβη στον ναόν του Απόλλωνος και προσέφερε θυσίαν, ο Άγιος δεν ηθέλησε να υπάγη και αυτός να πράξη το ίδιον.

Όταν δε ο Αδριανός τον ρώτησε γιατί δεν επήγε ο Άγιος απεκρίθη:

«Βασιλεύ, εγώ εις τον Χριστόν μου θυσιάζω, Αυτόν δοξάζω και Αυτόν θα ευχαριστήσω διότι εις αυτόν χρεωστώ την ζωήν μου και την ψυχήν μου, διότι Αυτός μοι έδωκε δύναμιν και ενίκησα τους εχθρούς του αυτοκράτορος, Αυτός ηυδόκησε και είδον και την γυναίκα και τα τέκνα μου. Άλλον Θεοό ούτε γνωρίζω ούτε πιστεύω, ειμή Αυτόν μόνον, όστις έκαμε τον ούρανον και την γην και πάντα τα εν αυτοίς».

Τότε ο Αδριανός διέταξεν αυτόν να ξεζωσθή ευθύς την στρατηγικήν ζώνην και να ίσταται εμπρός του ως κατάδικος αυτός, η γυνή του και τα τέκνα των και τότε άρχισε να τους κάμνη διαφόρους εξετάσεις και παρατηρήσειc, προσπαθώντας όπως τους καταπείση να αλλάξουν γνώμη, αλλ’ επειδή με κανένα τρόπον δεν το κατώρθωσε, διέταξε να τους εκθέσουν  σε μια πεδιάδα, και ν’ απολύσουν εναντίον των ένα μέγαν λέοντα πεινώντα. Αλλ’ ο λέων, έκυψε την κεφαλήν ως προσκυνών αυτούς και ανεχώρησεν οπίσω. Επειδή λοιπόν ούτως ο σκοπός του αυτοκράτορος εματαιώθη, επρόσταξε τους στρατιώτας να πυρώσωσι καλά εν χάλκινον βασανιστήριον κατεσκευασμένον εις είδος βοός, και να τους κλείσωσιν εις αυτό. Τούτο μαθόντες άπειρον πλήθος κρυφών Χριστιανών και ειδωλολατρών, επήγαν την ημέραν κατά την οποίαν έμελλε να εκτελεσθή η ρηθείσα ποινή, δια να ίδωσι πως θα τους βάλωσι και πως θα τους καύσωσιν εντός του χαλκίνου εκείνου βοός.

Αφού λοιπόν ήναψαν μεγάλην πυράν κάτω από το χάλκωμα και επυρώθη αυτό αρκετά, οι δε στρατιώται ητοιμάσθησαν να τους βάλωσιν εντός, οι Άγιοι τους παρεκάλεσαν να μείνωσιν ολίγον να προσευχηθώσι πρώτον, λαβόντες δε την άδειαν και υψώσαντες τας χείρας, εδέοντο του Θεού ούτω λέγοντες: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός των Δυνάμεων, τον οποίον κανείς δεν είδε και ημείς ηξιώθημεν να σε ίδωμεν, επάκουσον της δεήσεώς μας τώρα, αφού ηυδόκησας να συνενωθώμεν και καθώς εφύλαξας από την κάμινον του πυρός τα σώματα των Αγίων Τριών Παίδων, τοιουτοτρόπως φύλαξον και τα ιδικά μας σώματα και ευδόκησον να ενταφιασθώσιν ομού εις ένα τάφον και παράλαβε την ψυχήν μας. Δος δε, Κύριε, την Χάριν Σου εις τα λείψανα μας, και όστις μας επικαλείται να έχη μέρος εις την Βασιλείαν των ουρανών και ή εις ποταμόν ή εις την θάλασσαν μας επικαλεσθή, όταν κινδυνεύη, παρακαλούμεν να προφθάνης εις την βοήθειάν του». Τότε ήκουσαν οι Άγιοι φωνήν εκ του ουρανού ερχομένην και λέγουσαν «Θα γίνη ό,τι ζητείτε και έτι πολλά πλειότερα, διότι δια το όνομά μου υπεφέρατε μεγάλους πειρασμούς μετά μοναδικής υπομονής και γενναιότητος. Δια τα κακοπαθήματά σας εις την πρόσκαιρον ζωήν θα απολαύσητε εις την ουράνιον πατρίδα την αιωνίαν χαράν και τους πρέποντας εις τους αγώνας σας αμαράντους στεφάνους». Τότε οι Άγιοι αγαλλόμενοι παρεδόθησαν εις τους στρατιώτας προθυμότατα και κλεισθέντες εντός του χαλκίνου εκείνου βοός, παρέδωκαν μετ’ ολίγον την αγίαν των ψυχών εις τον Κύριον εν έτει ρκς΄ (126) μ.Χ.

Μετά τρεις ημέρας επρόσταξεν ο Αδριανός να ανοίξωσιν εκείνο το χάλκωμα αφού δε το ήνοιξαν και είδον ότι ουδέ μία καν θριξ της κεφαλής των ήτο βεβλαμμένη από την πυράν, ενόμισεν ότι ήσαν ακόμη ζώντες, και διέταξε να τους εκβάλωσιν έξω. Ο δε εκεί κόσμος, ιδών τα σώματά των σώα και αβλαβή, ήρχισε να φωνάζη μεγαλοφώνως, ενί στόματι και μια καρδία, όλος «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών, αυτός μόνος είναι Θεός αληθινός και κανείς άλλος». Ο δε Αδριανός φοβηθείς ανεχώρησε. Τοιουτοτρόπως λοιπόν επάνω εις εκείνον τον θόρυβον τινές Χριστιανοί επήραν κρυφίως των Αγίων τα λείψανα και ενεταφίασαν αυτά εις τόπον κατάλληλον. Επί δε του προστάτου των Χριστιανών Μεγάλου Κωνσταντίνου οι Χριστιανοί ανήγειραν Ναόν εις τους Αγίους, και κατ’ έτος εώρταζον και εορτάζουσι και μέχρι της σήμερον την μνήμην αυτών την εικοστήν του μηνός Σεπτεμβρίου. Εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

[Πηγή: Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας] [ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ – ΑΘΗΝΑΙ 1974]